Η Susan
είναι επιδημιολόγος και η
δουλειά απορροφά τον περισσότερο χρόνο
της. Είναι απογοητεύμενη από τις σχέσεις
που έχει κάνει στη ζωή της και επιπλέον
η αφοσίωση στο επάγγελμά της δεν της
αφήνει περιθώρια για έρωτες και αγάπες.
Μέχρι που τυχαία γνωρίζει τον Michael,
έναν ταλαντούχο σεφ, ο οποίος εργάζεται
στο εστιατόριο της γειτονιάς της. Ξαφνικά
όλα αλλάζουν και οι δυο τους αρχίζουν
να βιώνουν πρωτόγνωρα συναισθήματα.
Ενώ η Susan και ο Michael
ζουν τον έρωτά τους, σε ολόκληρο τον
πλανήτη ξεσπά μία καταστροφική επιδημία
που εκδηλώνεται αρχικά με συμπτώματα
κατάθλιψης και αδικαιολόγητες εκρήξεις
θυμού για να φτάσει στη συνέχεια να
εξαφανίσει μία προς μία τις αισθήσεις
των ανθρώπων. Θα καταφέρει όμως η αρρώστια
να χωρίσει το ζευγάρι τη στιγμή που όλος
ο κόσμος καταρρέει γύρω τους ή μήπως η
αγάπη τους θα μπορέσει να “νικήσει”
το κακό που έρχεται; Μια ματιά στο τι
σημαίνει να αγαπάς και να αγαπιέσαι σ’
αυτούς τους ταραχώδεις καιρούς.
Στις 26 Απριλίου, ο
David Mackenzie φέρνει
στις μεγάλες οθόνες μία ασσύληπτη
ιστορία φαντασίας, κατά την οποία η
ανθρωπότητα μαστίζεται από μία φοβερή
επιδημία. Στο αρχικό της στάδιο επηρεάζει
τα συναισθήματα των ανθρώπων, οι οποίοι
μελαγχολούν και οργίζονται αναίτια και
ανεξέλεγκτα, χωρίς να έχει εκδηλωθεί
κάποιο άλλο σύμπτωμα. Δεν αργεί όμως η
στιγμή που τα πρώτα συμπτώματα θα κάνουν
την εμφάνιση τους. Έτσι, σταδιακά χάνουν
την αίσθηση της όσφρησης και της γεύσης
με αποτέλεσμα να καταφεύγουν σε ακρότητες,
υπερβολές και διαμάχες μεταξύ τους και
όλα αυτά λίγο πριν οδηγηθούν στο τελικό
στάδιο...
Παράλληλα
με την αρρώστια και τις οδύνηρες
επιπτώσεις που έχει στις ζωές των
ανθρώπων, ένας δυνατός έρωτας εκτυλίσσεται
ανάμεσα στην όμορφη επιδημιολόγο Susan
(Eva Green)
και
τον άστατο σεφ, Michael
(Ewan McGregor).
H Susan αγαπά
τη δουλειά της, κουβάλαει στη ψυχή της
το μεγάλο βάρος του χαμού του πατέρα
της και αποφεύγει τις ερωτικές σχέσεις
μέχρι τη στιγμή που γνωρίζει τον Michael.
Εκείνος,
αγαπά τη μαγειρική και τις γυναίκες
αλλά οτιδήποτε τον συνδέει μαζί τους
είναι πρόσκαιρο και εφήμερο. Ωστόσο,
μόλις οι δρόμοι τους διασταυρώνονται,
το πάθος και ο έρωτας ακυρώνει το παρελθόν
με έναν τρόπο μαγικό, αγνό, αληθινό.
Επιθυμούν όσο τίποτα να ζήσουν την αγάπη
τους αλλά η επιδημία έρχεται να πληγώσει
το όνειρό τους. Αρχικά, η απώλεια των
αισθήσεων επηρεάζει άμεσα τις δουλειές
τους και έπειτα η ατέρμονη μάχη για την
αντιμετώπιση του κακού φέρνει αναπάντεχες
συγκρούσεις μεταξύ τους. Ωστόσο,
προσπαθούν με κάθε τρόπο να κρατήσουν
τη σχέση τους και να παλέψουν για να
μείνει η αγάπη τους ζωντανή, τη στιγμη
που όλα μοιάζουν να πεθαίνουν...
Το
“Perfect
Sense” είναι
σε γενικές γραμμές μία αρκετά ενδιαφέρουσα
ταινία και ύπο άλλες, πολύ συγκεκριμένες συνθήκες
θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί πρωτοποριακή.
Ωστόσο, υστερεί σε πολλά σημεία. Ενώ
προσπαθεί να καταδείξει τη σοβαρότητα
και την επικινδυνότητα της αρρώστιας,
αποτυγχάνει σε κάτι βασικό: να καθηλώσει
τον θεατή, να τον κάνει να συμμεριστεί
τους φόβους, τη θλίψη και την οργή των
ανθρώπων, να τον πείσει. Αυτό οφείλεται
στο γεγονός ότι δεν δίνεται η πρέπουσα
σημασία στην κοινωνική αντιμετώπιση
της επιδημίας ούτε στις ανθρώπινες
συμπεριφορές πριν και μετά την απώλεια
των αισθήσεων. Ακόμα και τις λιγοστές
στιγμές που συμβαίνει, γίνεται με τρόπο
υπερ-επιτηδευμένο και υπερτονισμένο
που περισσότερο απωθεί τον θεατή παρά
τον κερδίζει. Επιπλέον, λόγω της
ειδικότητας της πρωταγωνίστριας,
περιμένει κανείς να δει μία κάποια
ιατρική προσέγγιση στο όλο θέμα, πράγμα
το οποίο δε συμβαίνει σε κανένα από τα
92' διάρκειας.
Όσον
αφορά στο καστ, η Green
είναι
ταλαντούχα, απλή και φυσική αλλά ο ρόλος
της περιορισμένος σε σχέση με αυτό που
θα μπορούσε να “δώσει” στο κοινό.
Διακρίνουμε τον έρωτα της, το πάθος της
να τον ζήσει και να τον διατηρήσει με
κάθε τρόπο όμως δε βλέπουμε το κάτι
παραπάνω που θα καταστήσει αξιομνημόνευτη
την ερμηνεία της. Από την άλλη ο McGregor,
προσωπικά
δε μου άρεσε. Είναι καλός στο ρόλο του
γόη και του καρδιοκατακτητή όμως σαν
ερωτευμένος, έτοιμος να παλέψει με κάθε
εμπόδιο προκειμένου να σώσει τον δεσμό
του, δεν με πείθει. Η παρουσία των
υπόλοιπων ηθοποιών (Nielsen,
Dilanne, Bremner, Lawson)
βουλιάζει,
καθότι στο επίκεντρο βρίσκεται μονάχα
το ζευγάρι...
Συμπερασματικά,
η ταινία είναι καλή με θεματική πρωτοτυπία,
όμως είναι περισσότερο αισθηματική
παρά δραματική γιατί ενώ... ο κόσμος
χάνεται, καταντάει να μας ενδιαφέρει
περισσότερο αν η Susan
και
ο Michael
θα
είναι μαζί παρά το αν η ανθρωπότητα θα
καταφέρει να καταπολεμήσει τη σοβαρή
επιδημία! Θα είμαι ειλικρινής: το “Perfect
Sense” αγγίζει, πράγματι,
ευαίσθητες χορδές της ψυχής μας αλλά με το τσιγκέλι! Μας συγκινεί αλλά μας
στερεί τη δυνατότητα να συγκινηθούμε
περισσότερο, να ταυτιστούμε με τους
ήρωες και να σκεφτούμε τι θα κάναμε και
πώς θα ήμασταν εμείς στη θέση τους... Κι
όσο και αν ο Mackenzie,
θέλει
να μας πείσει πως ακόμα κι αν χάσεις τη
γεύση, την όσφρηση, την όρασή σου, ακόμα
και αν πλησιάσεις στο “τέλος” του
κόσμου, μένει μόνο η αγάπη σαν την “τέλεια
αίσθηση”, τόσο εγώ αναρωτιέμαι:
“Σε
μια άλλη αισθηματική ταινία, δίχως
επιδημίες και δεινά, ένας Michael
και
μία Susan
θα
κατάφερναν να μείνουν ενωμένοι ως το
τέλος ή μήπως η αρρώστια είναι αυτή
καθεαυτή που κάνει τελικά τον έρωτά
τους να μοιάζει υπεράνω όλων;”
Να
τη δω ή όχι: Ναι, θα προβληματιστείς, μπορεί να
σου αρέσει αλλά λίγο-πολύ θα έρθεις στα
λόγια μου...
Βαθμολογία:
6/10
Εύα
Κυρογλάνη


Δημοσίευση σχολίου